Το κοράλλι, είναι ο σκελετός πολλών μικρών θαλάσσιων ζώων, που ζούσαν μαζί, έχοντας σχηματίσει αποικία. Τα ζώα αυτά είναι πολύποδες, μεγέθους λίγων χιλιοστών το καθένα, που ζουν το ένα δίπλα στο άλλο σχηματίζοντας τεράστιες αποικίες. Κάθε πολύποδας που γεννιέται κολλάει το σκελετό του στην αποικία και την επεκτείνει. Οι αποικίες αυτές κατά τη διάρκεια των αιώνων φτάνουν σε μήκος χιλιομέτρων σχηματίζοντας τους κοραλλιογενείς υφάλους που λέγονται και ατόλες. Οι κοραλλιογενείς ύφαλοι αποτελούνται από ανθρακικό ασβέστιο, το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος ο σκελετός του καθενός μικροσκοπικού πολύποδα. Στις αποικίες των κοραλλιών, μαζί με τους πολύποδες συμβιώνουν και κάποιες μονοκύτταρες άλγες. Αυτές οι άλγες φωτοσυνθέτουν, και προμηθεύουν τροφή στους πολύποδες, αλλά συγχρόνως εκκρίνουν χρωστικές, που χρωματίζουν τις αποικίες, δηλαδή τα κοράλλια. Τα χρώματα των κοραλλιών είναι ροζ-κόκκινα, μπεζ, άσπρα.
Επειδή τα κοράλλια δημιουργούν σχηματισμούς που μοιάζουν με κλαδιά, οι άνθρωποι μέχρι το 1730 πίστευαν ότι είναι φυτά. Το κοράλλι όπως και άλλα πολύτιμα υλικά ζωικής προέλευσης (μαργαριτάρι, ταρταρούγα) θεωρείται πολύτιμος λίθος. Στην αρχαία Ελλάδα τα κοράλλια ονομάζονταν «γοργονίδες», γιατί η αρχαία παράδοση έλεγε ότι σχηματίστηκαν από το αίμα της γοργόνας.

Σε πολλές περιοχές στην Ελλάδα πιστεύουν ότι το κοράλλι προστατεύει από το κακό μάτι, αλλά και τους ναυτικούς από τη μανία της θάλασσας. Στη Χίο κρεμούσαν στην κούνια του νεογέννητου, κλαδάκια από κοράλλι. Τέλος να αναφέρουμε ότι σε πολλούς αναγεννησιακούς πίνακες, απεικονίζεται το θείο βρέφος, με ένα κλαδάκι κοράλλι, κρεμασμένο στο λαιμό. Η λέξη κοράλλι πιθανότατα έχει Ελληνική ετυμολογία :κόρη- αλός, δηλαδή, κόρη της θάλασσας.
Στο βυθό του Αιγαίου υπάρχουν αποικίες του σπάνιου Corallium rubrum, του κόκκινου κοραλλιού στην Αστυπάλαια στη Χαλκιδική και αλλού. Η αλιεία του κοραλλιού είναι μία δραστηριότητα στην οποία παραδοσιακά επιδίδονταν οι Καλύμνιοι σφουγγαράδες. Στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο, το κοράλλι ήταν ένα από τα αγαπημένα υλικά για την κατασκευή κοσμημάτων. Από τα κοσμήματα παλαιότερων εποχών που διασώθηκαν, παρατηρούμε εκτεταμένη χρήση των κοραλλιών από τους χρυσικούς της Σαφράμπολης του Πόντου τον 17ο έως 19ο αιώνα.
ελληνικά
English