Το ζαφείρι είναι ποικιλία του κορουνδίου (οξείδιο του αργιλίου), φυσική ή συνθετική, και ανήκει στους πολύτιμους λίθους.

Είναι πρωτογενές συστατικό εκρηξιγενών συνήθως πετρωμάτων και εμφανίζεται επίσης σε διάφορους σχιστόλιθους και μεταμορφωμένα πετρώματα. Είναι σκληρό ορυκτό, δεδομένου ότι το κορούνδιο είναι το δεύτερο σκληρότερο ορυκτό μετά το διαμάντι.

Το κορούνδιο, είναι ένα ορυκτό που εμφανίζεται σε πολλά χρώματα. Το κορούνδιο που έχει κόκκινο χρώμα λέγεται ρουμπίνι. Όλες οι άλλες αποχρώσεις ονομάζονται ζαφείρι. Έτσι έχουμε διάφανο ζαφείρι, το μπλε ζαφείρι που δημιουργείται από προσμίξεις σιδήρου και τιτανίου στο κορούνδιο, το μοβ που δημιουργείται από προσμίξεις βαναδίου, το ροζ από προσμίξεις χρωμίου. Τα πορτοκαλί – ροζ ζαφείρια έχουν μία ειδική ονομασία, λέγονται padparadscha. Τα padparadscha είναι μία ακριβή ποιότητα ζαφειριού, εξορύσσεται στη Σρι Λάνκα. H λέξη αυτή στην τοπική διάλεκτο, θα πει «λουλούδι του λωτού». Τελευταία έχουν εμφανιστεί στην αγορά padparadscha, όπου το χρώμα δεν είναι φυσικό, αλλά προέρχονται από ζαφείρια που έχουν υποστεί μία επεξεργασία που λέγεται "bulk diffusion". Λέγοντας σήμερα ζαφείρι, συνήθως εννοούμε το μπλε ζαφείρι. Τα υπόλοιπα χρώματα χαρακτηρίζονται «fancy”, δηλαδή φανταχτερά.

Η λέξη ζαφείρι προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη σάπφειρος. Στα κάποιες περιπτώσεις σε αρχαία κείμενα, αλλά και στην Βίβλο, η λέξη σάπφειρος, δεν αφορά την μπλε ποιότητα του κορούνδιου που εννοούμε στη σημερινή εποχή, αλλά αφορά άλλες μπλε πέτρες, και συνήθως το λάπις λάζουλι. Η αρχική προέλευση της λέξης είναι η λέξη της αρχαίας εβραϊκής γλώσσας «σπιρ», που θα πει «αυτός που χαράζει τα πάντα». Με δεδομένο πως την εποχή εκείνη δεν γνώριζαν το διαμάντι, το ζαφείρι ήταν η πέτρα που χάραζε όλες τις άλλες. Σημασιολογικά δηλαδή, η λέξη «σπιρ», έχει την ίδια έννοια με την λέξη αδάμας. Και οι δύο εννοούν το πιο σκληρό υλικό που υπάρχει.

Product added to wishlist