Ο αμέθυστος είναι παραλλαγή του ορυκτού χαλαζία και χρησιμοποιείται για διακοσμητικούς σκοπούς ως πολύτιμος λίθος. Το όνομά του προέρχεται από το στερητικό «α» και το ρήμα «μεθύω» (μεθώ), καθώς στην αρχαιότητα πίστευαν ότι το πετράδι αυτό προστάτευε τον κάτοχό του από το μεθύσι. Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι έφεραν κοσμήματα με αμέθυστο και έπιναν από σκεύη (ποτήρια, κύλικες, κλπ.) διακοσμημένα με αμέθυστο, πιστεύοντας ότι δεν θα μεθούσαν.

Παραδοσιακά συγκαταλεγόμενος ανάμεσα στους πολύτιμους λίθους (μαζί με το διαμάντι, το ζαφείρι, το ρουμπίνι και το σμαράγδι), ο αμέθυστος έχει απωλέσει πολλή από την αξία του εξαιτίας της ανακαλύψεως εκτεταμένων αποθεμάτων στη Βραζιλία και αλλού.

Ο αμέθυστος ανευρίσκεται σε όλες τις αποχρώσεις από ανοικτό, ελαφρώς ρόδινο, βιολετί μέχρι σκούρο μοβ στο χρώμα των μαύρων σταφυλιών. Επίσης, μπορεί να υπάρχουν δευτερεύουσες χροιές ερυθρού ή/και κυανού. Ιδανικός θεωρείται ο αμέθυστος της ποικιλίας «Βαθύς σιβηρικός» με κυριότερη 75 - 80 %, τη μοβ χροιά, 15 - 20 % μπλε και μικρές ερυθρωπές χροιές. Τα μεμονωμένα τεμάχια αμέθυστου σπάνια παρουσιάζουν ομοιόμορφο χρωματισμό. Συνήθως έχουν κηλίδες με ανοικτότερο ή σκοτεινότερο χρώμα, ή και με τα δύο, ενώ άλλοτε εμφανίζουν ραβδώσεις με διαφορετικό κορεσμό χρώματος.

Ο αμέθυστος χάνει το χρώμα του όταν θερμανθεί. Συνήθως η εξαφάνιση του χρώματος αρχίζει σε θερμοκρασία 300 °C και ολοκληρώνεται στους 400 °C, οπότε γίνεται άχρωμος. Αν συνεχίσουμε να τον πυρώνουμε, στους 500 °C περίπου παίρνει κίτρινο χρώμα, που χάνεται κι αυτό σε ακόμα υψηλότερη θερμοκρασία. Με επίδραση ραδιενέργειας παρουσιάζεται πάλι κάποιο μενεξεδένιο χρώμα. Την ιδιότητα να χρωματίζεται ο αμέθυστος κίτρινος την εκμεταλλεύονται στην πράξη οι κατασκευαστές κοσμημάτων και αποκαλούν και άλλες κιτρινωπές ποικιλίες χαλαζία που χρησιμοποιούν με τον όρο «κεκαυμένος αμέθυστος». Φλέβες αμέθυστου χάνουν επίσης μερικώς το χρώμα τους όταν είναι εκτεθειμένες στον αέρα. Η σκόνη του αμέθυστου είναι λευκή.

Product added to wishlist